Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Αρχαία Α΄ Γυμνασίου από μετάφραση


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  ΟΔΥΣΣΕΑ- ΚΑΛΥΨΩΣ



Στο νησί  της  Ωγυγίας  τα  νέα  είναι  συνταρακτικά....
Η  μεγάλη είδηση:    «  ο  Οδυσσέας  φεύγει  από  την   Ωγυγία….. αλήθεια;  πώς;  γιατί;  τι  έγινε;

Οι  μαθητές σε  ρόλο  δημοσιογράφου αναλαμβάνουν  να  αποκαλύψουν  την  αλήθεια  και  να  φέρουν  στο  φως  όλα  τα  στοιχεία..

ΔΙΑΒΑΣΤΕ…..
   Η Καλυψώ  «ρίγησε» στο  άκουσμα  της  εντολής  του  Δία  και  τα  οργισμένα  λόγια  της  επιβεβαιώνουν  τον  μεγάλο  της  έρωτα  για  τον  Οδυσσέα.
Η  Καλυψώ  αντιδρά  όπως  ερωτευμένη  γυναίκα και  παρά  τις  διαμαρτυρίες  της ξέρει  τη  θέση  της  απέναντι  στον  πατέρα  των  θεών,  για  αυτό  και  μετά  το  ξέσπασμα  της  υποτάσσεται. Τον  αγαπάει  αληθινά!
 Έχει  ψυχολογική  αλήθεια  και  φυσικότητα  η  οργή  της , όπως  αναγκαία  είναι  και  η  υποταγή  της  στο  Δία  για  να  μην  διασαλευτεί  η  τάξη των  πραγμάτων .  Όμως ,  δεν  το  βάζει  κάτω  ούτε  την  ύστατη  στιγμή!  Μπορεί  να παρουσιάζεται  γενναιόδωρη, τρυφερή και πρόθυμη  να  εξασφαλίσει  στον  αγαπημένο  της  ό,τι  περνάει  από το  χέρι  της  για  το  ταξίδι  του  νόστου, αλλά  και  ερωτευμένη  καθώς  είναι  δεν  παραιτείται  αμέσωςθέλει  τον  Οδυσσέα  κοντά  της…
Σε  μια  τελευταία  προσπάθεια  να  τον  κερδίσει  -με  τρόπο  πολιτισμένο- του  ορθώνει  ένα  δύσκολο για  τους  πολλούς   δίλημμα, όχι  όμως  για  τον  Οδυσσέα !!
….Προσέξτε  τι  πρέπει  να  κάνετε:
Διαβάστε το κείμενο με το διάλογο των δύο ηρώων .(Οι στίχοι που μας αφορούν είναι με χρώμα γραμματοσειράς μπλε)
·         165. Μίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός Αργοφονιάς. Κι εκείνη, σεβαστή νεράιδα,
·         πήγε να βρει τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα, στην προσταγή του Δία υπάκουη. Τον βρήκε εκεί να κάθεται στο περιγιάλι,
·          ούτε στιγμή δεν στέγνωναν τα μάτια του απ’ το κλάμα,
·          έλιωνε η γλυκιά ζωή του
·         απ’ τον καημό του γυρισμού, κι οδύρονταν,
·         170. αφού καμιά χαρά δεν του έδινε τώρα η νεράιδα.
·         Τις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς,
·         το ’κανε απ’ ανάγκη· το ’θελε εκείνη, εκείνος όχι.
·         Κοντά του στάθηκε αρχοντική η θεά και τον προσφώνησε:
·         «Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι, να χαραμίζεις
·         τη ζωή σου με το κλάμα. Το πήρα απόφαση, θα σε κατευοδώσω.
·         Εμπρός λοιπόν, πελέκησε μακριά μαδέρια, συνάρμοσέ τα
·         180. με καρφιά και φτιάξε μια σχεδία πλατιά· στήριξε πάνω της
·         ψηλά δοκάρια, να σε ταξιδέψει στο γαλάζιο πέλαγος.
·         Εγώ σου δίνω ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί, να ’χεις να ζεις
·         να μην πεθάνεις απ’ την πείνα.
·         Κι ακόμη ρούχα θα σε ντύσω και πίσω σου θα στείλω ούριο άνεμο
·         185. ώστε να φτάσεις στην πατρίδα σου χωρίς μεγάλη βλάβη,
·         αν βέβαια το θελήσουν και οι ουράνιοι θεοί,
·         όσοι με ξεπερνούν στη γνώση και στην πράξη.»
Ρίγησε που την άκουσε πολύπαθος και θείος,
ύστερα μίλησε ο Οδυσσεύς, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
190. «Το βλέπω· άλλο, θεά, έχεις στον νου σου, όχι τον γυρισμό μου·
που με παρακινείς με μια σχεδία να περάσω
το μέγα κύμα της θαλάσσης, τόσο αποτρόπαιο και φοβερό, που μήτε
ισόρροπα και γρήγορα καράβια να το περάσουν δεν μπορούν,
κι ας έχουν πίσω τους πρίμο το αγέρι του Διός.
195. Σ’ το λέω, εγώ δεν πρόκειται ν’ ανέβω σε σχεδία,
αν πράγματι εσύ δεν το’χεις αποφασισμένο.
Εκτός κι αν δέχεσαι τον μέγα όρκο να προφέρεις,
πως άλλο πια κακό δεν σκέφτεσαι για μένα.»
Όπως τον άκουσε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του χαμογέλασε,
200. το χέρι της απλώνει και τον χάιδεψε, μετά μιλώντας είπε:
«Ω, παραείσαι πονηρός κι όχι μονάχα ξύπνιος, σ’ αυτή τη γη και στον απέραντο ουρανό που μας σκεπάζει,
στο κατακόρυφο νερό της Στύγας [...]:
207. αληθινά δεν σκέφτομαι κακό για σένα· όσα
στον νου μου έχω και στοχάζομαι, 
185. ώστε να φτάσεις στην πατρίδα σου χωρίς μεγάλη βλάβη,
αν βέβαια το θελήσουν και οι ουράνιοι θεοί,
όσοι με ξεπερνούν στη γνώση και στην πράξη.»
Ρίγησε που την άκουσε πολύπαθος και θείος,
ύστερα μίλησε ο Οδυσσεύς, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
190. «Το βλέπω· άλλο, θεά, έχεις στον νου σου, όχι τον γυρισμό μου·
που με παρακινείς με μια σχεδία να περάσω
το μέγα κύμα της θαλάσσης, τόσο αποτρόπαιο και φοβερό, που μήτε
ισόρροπα και γρήγορα καράβια να το περάσουν δεν μπορούν,
κι ας έχουν πίσω τους πρίμο το αγέρι του Διός.
195. Σ’ το λέω, εγώ δεν πρόκειται ν’ ανέβω σε σχεδία,
αν πράγματι εσύ δεν το’χεις αποφασισμένο.
Εκτός κι αν δέχεσαι τον μέγα όρκο να προφέρεις,
πως άλλο πια κακό δεν σκέφτεσαι για μένα.»
Όπως τον άκουσε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του χαμογέλασε,
200. το χέρι της απλώνει και τον χάιδεψε, μετά μιλώντας είπε:
«Ω, παραείσαι πονηρός κι όχι μονάχα ξύπνιος, σ’ αυτή τη γη και στον απέραντο ουρανό που μας σκεπάζει,
στο κατακόρυφο νερό της Στύγας [...]:
207. αληθινά δεν σκέφτομαι κακό για σένα· όσα
στον νου μου έχω και στοχάζομαι,
θα τα σκεφτόμουν και για μένα, αν τύχαινε την ίδια να με βρει
παρόμοια ανάγκη. Σ’ το βεβαιώνω:
210. είναι καλόγνωμος ο νους μου, δεν κρύβω μες στα στήθη
καρδιά από σίδερο, σπλαχνίζομαι κι εγώ.»
Έτσι του μίλησε η αρχοντική θεά, και πήρε
που τόλμησες να ξεστομίσεις τέτοιο λόγο. Λοιπόν, ορκίζομαι
να βαδίζει με γοργό ρυθμό. Εκείνος πήγαινε στα χνάρια της,
ωσότου σίμωσαν στο βάθος της σπηλιάς - ένας θνητός και μια θεά.
215. Κάθισε αυτός στο ίδιο κάθισμα από όπου λίγο πριν ανασηκώθηκε ο Ερμής,
και τότε η νεράιδα τού παρέθεσε τραπέζι·
 να φάει, να πιει, καθώς που τρων και πίνουν οι βροτοί. Αντίκρυ του,
στον θείο Οδυσσέα πήρε τη θέση της κι η ίδια,
οι δούλες τής προσφέρουν νέκταρ κι αμβροσία,
220. κι οι δυο τους άπλωσαν τα χέρια τους στο έτοιμο δείπνο.
Κι όταν ευφράνθηκαν με το φαΐ, με το πιοτό,
τον λόγο πήρε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του είπε:
«Λαερτιάδη διογέννητε, πολύτροπε Οδυσσέα,
τόσο πολύ πεθύμησες το σπίτι σου;
225. τώρα αμέσως θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα;
Πήγαινε στο καλό λοιπόν.
Κι όμως αν ήξερες ποια πάθη γράφει η μοίρα σου να κακοπάθεις,
προτού πατήσεις χώμα πατρικό
εδώ μαζί μου θα ’μενες, φύλακας νοικοκύρης της σπηλιάς.
230. θα ’σουν κι αθάνατος, μόλο που σε φλογίζει ο πόθος της γυναίκας σου,
σε τυραννά ο καημός για να την ξαναδείς, μέρα και νύχτα.
Κι όμως δεν θα 'λεγα πως είμαι κατώτερή της,
μήτε στην όψη μήτε και στο ανάστημα.
Έτσι κι αλλιώς, καθόλου δεν τους πρέπει, θνητές
235. να ανταγωνίζονται θεές στης ομορφιάς τη χάρη.»
Ανταποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ω σεβαστή θεά, παρακαλώ σε μην πικραίνεσαι μαζί μου·
το είδα και καλά το ξέρω, η Πηνελόπη
αντίκρυ σου, όσο κι αν δεν της λείπει η φρόνηση,
240. σου υπολείπεται και στη μορφή και στο παράστημα.
Κι αν, όπως λες, κάποιος θεός θελήσει
245. να με χτυπήσει καταμεσής στο μπλάβο πέλαγος, θα το υπομείνω·
ξέρει η καρδιά μου μες στα στήθη μου να υπομένει, γιατί
έχω πάθει πολλά πάθη και δοκιμάστηκα πολύ στο κύμα και στη μάχη.
Λοιπόν, μαζί με τ’ άλλα, ας πάει κι αυτό.»
Σώπασε να μιλά. Και τότε άρχισε να δύει ο ήλιος,
250. έπεσε το σκοτάδι. Προχώρησαν οι δυο στο κοίλο βάθος της σπηλιάς,
κοιμήθηκαν μαζί, και χάρηκαν μαζί φιλί κι αγκάλη.    


                       1. Στη συνέχεια παρακολουθήστε : Kalypso Odysseus akrogiali  την  αναπαράσταση  


της σκηνής του διαλόγου της καλυψώς με τον Οδυσσέα.

2. Χωριστείτε  σε  ομάδες  και  ως  καλοί δημοσιογράφοι εξασφαλίστε  μια συνέντευξη  με  την  Καλυψώ  και  τον  Οδυσσέα  και  στη  συνέχεια γράψτε  ένα  άρθρο  για  το  αυριανό  φύλλο  της  σχολικής  εφημερίδας, στο  οποίο  να  αποκαλύπτετε  όλη  την  αλήθεια  σχετικά  με  τους  δύο  πρωταγωνιστές…